αντικατοπτρισμός


αντικατοπτρισμός
[андикатоптризмос] ουσ. а. отражение, мираж,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αντικατοπτρισμός" в других словарях:

  • αντικατοπτρισμός — Ονομασία διαφόρων οπτικών φαινομένων, τα οποία οφείλονται στο γεγονός ότι υπό καθορισμένες ατμοσφαιρικές συνθήκες οι φωτεινές ακτίνες παθαίνουν μια καμπύλωση, εξαιτίας της οποίας φτάνουν στο μάτι δύο είδωλα του ίδιου αντικειμένου. Ο α. οφείλεται… …   Dictionary of Greek

  • αντικατοπτρισμός — ο (φυσ.), οπτικό φαινόμενο κατά το οποίο, εξαιτίας της διάθλασης των ακτινών μέσα σε στρώματα αέρα διάφορης πυκνότητας, βλέπει κανείς αντικείμενα που βρίσκονται μακριά να σχηματίζουν είδωλα αναποδογυρισμένα, σαν να βρίσκονταν σε επιφάνεια νερού:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακουστικός αντικατοπτρισμός — Το φαινόμενο της ολικής ανάκλασης των ηχητικών κυμάτων. Είναι αντίστοιχο με τον συνηθισμένο οπτικό αντικατοπτρισμό …   Dictionary of Greek

  • Φάτα Μοργκάνα — η, Ν 1. νεράιδα τών θρύλων και τών μυθιστοριών τού κύκλου τού Αρθούρου 2. (ως προσηγορ.) αντικατοπτρισμός, αυταπάτη, ψευδαίσθηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < Μεταφορά στην Ελλ. ξεν. λ., πρβλ. ιταλ. Fata Μorgana] …   Dictionary of Greek

  • αεροκατοπτρισμός — ο (Φυσ.) αντικατοπτρισμός*. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. mirage] …   Dictionary of Greek

  • αντικαθρεφτίζω — αντικαθρέφτισμα βλ. αντικατοπτρίζω, αντικατοπτρισμός …   Dictionary of Greek

  • φωτομετέωρο — το, Ν (μετεωρ.) οπτικό φαινόμενο τής ατμόσφαιρας, το οποίο οφείλεται σε τροποποιήσεις τού ηλιακού ή τού σεληνιακού φωτός λόγω ανάκλασης, διάθλασης, συμβολής ή περίθλασης, όπως είναι λ.χ. το ουράνιο τόξο, ο αντικατοπτρισμός κ.ά. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • απάτη — η 1. ψέμα για δική μας ωφέλεια και ζημιά αλλουνού, γέλασμα: Με απάτη του πήρε αρκετές χιλιάδες δραχμές. 2. λαθεμένη αντίληψη, πλάνη: Ο λεγόμενος αντικατοπτρισμός είναι οπτική απάτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)